Την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου στις 12.30 μ.μ. είχαμε τη χαρά και την τιμή να μας επισκεφθεί στην αίθουσα προβολών του 5ο ΓΕΛ Ηλιούπολης ο διακεκριμένος συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος. Ο συγγραφέας συνομίλησε με τους μαθητές της Β’ Λυκείου απαντώντας σε ερωτήματα που του έθεσαν οι ίδιοι, καθώς και τα πέντε τμήματα της Β’ τάξης διδάχθηκαν αποσπάσματα από το δημοφιλές έργο του Γκιάκ. Η απήχηση του συγκεκριμένου έργου στο εφηβικό κοινό του σχολείου μας καταδεικνύεται τόσο από την πρόσληψή του κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, όσο και από το γεγονός ότι δεν ήταν λίγοι οι μαθητές που έσπευσαν να προμηθευτούν το βιβλίο για να το διαβάσουν ολόκληρο, αλλά και από το ότι κάποιοι παρακολούθησαν ιδιωτικά και την ομώνυμη παράσταση που τυχαίνει να ανεβαίνει στο θέατρο αυτή την περίοδο.
Στην αρχή της συνάντησης απολαύσαμε την ανάγνωση κάποιων αποσπασμάτων από το Γκιάκ από τους μαθητές Αναστάση Βιτάλη (Β1), Αντώνη Γρηγοράκο (Β1), Αριάδνη Κωνστάντιου (Β3) και Παρασκευή Μπουτζιουβή (Β3), που εισέπραξαν τα επαινετικά σχόλια του συγγραφέα για την ερμηνευτική τους ανάγνωση.
Τα ερωτήματα που έθεσαν οι μαθητές στον συγγραφέα ήταν πολλά και ποικίλα. Μία κατηγορία ερωτημάτων αφορούσε αποκλειστικά το περιεχόμενο συγκεκριμένων διηγημάτων από το Γκιάκ, όπως λ.χ αν τα περιγραφόμενα βασίζονται σε αληθινά γεγονότα ή αποτελούν προϊόν της δημιουργικής φαντασίας του λογοτέχνη. Ο συγγραφέας απάντησε ότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων όλα σχεδόν είναι μυθοπλασία, που όμως έχει τις πηγές της σε ερεθίσματα βιωματικά, από συγκεκριμένες ταινίες και ακούσματα, μέχρι ιστορίες των παππούδων και προσωπικές εμπειρίες, που η δημιουργική όμως φαντασία τα αναπλάθει και τα σμιλεύει σε έναν νέο πρωτότυπο συνδυασμό. Αναφορικά με τη γλώσσα του Γκιακ, δήλωσε πως ξέρει λίγα μόνο αρβανίτικα, αλλά η βοήθεια του πατέρα του υπήρξε σημαντική για την ενσωμάτωση κάποιων φράσεων στο έργο, ενώ σχολιάζοντας τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο της Παραλογής ισχυρίστηκε πως για τον ίδιο είναι πιο εύκολο να γράφει σε αυτό το μέτρο (!), καθώς προκύπτει φυσικά και αβίαστα από τα βιώματα και τα ακούσματά του. Σε ερώτηση αν μέσα από τη συλλογή Γκιάκ έχει κάποιο αγαπημένο διήγημα, απάντησε ότι το «αγαπημένο» του μπορεί να εναλλάσσεται ανάλογα με την περίοδο και την ψυχολογία του.
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος υποστήριξε ότι η ιδέα περί της «έμπνευσης του συγγραφέα» είναι ένας μύθος, καθώς η έμπνευση μπορεί να αποτελεί μεν τον αρχικό σπινθήρα, αν δεν την ακολουθήσει όμως οργανωμένη και συστηματική δουλειά, δεν μπορεί να εγγυηθεί κανένα άρτιο συγγραφικό αποτέλεσμα. Άλλωστε, «για να είναι κάποιος σε θέση να γράψει δέκα», όπως χαρακτηριστικά μας είπε, «πρέπει να διαβάσει εκατό» έργα άλλων συγγραφέων. Μάλιστα, ο ίδιος θαυμάζει και παρακολουθεί τη συγγραφική πορεία πολλών Ελλήνων και ξένων δημιουργών, από τον Θανάση Βαλτινό και τον Σωτήρη Δημητρίου μέχρι τον Λεξ (!), από τους κλασικούς μέχρι τον Stephen King και την Horror κουλτούρα.
Η προσωπική του τεχνική είναι να οραματίζεται τον κάθε ήρωά του από την αρχή, να τον φαντάζεται ως συγκεκριμένη persona στο μυαλό του, ώστε να προκύπτουν έπειτα αβίαστα στο χαρτί η δράση και η συμπεριφορά του, τα λόγια και οι αντιδράσεις του. Μας εκμυστηρεύτηκε ότι κάτι καινούριο ετοιμάζει αυτή την περίοδο, αλλά επειδή είναι προληπτικός δεν αποκάλυψε περισσότερες λεπτομέρειες! Σε ερώτηση πώς ένιωσε όταν είδε σε θεατρική διασκευή το έργο του, απάντησε ότι του άρεσε καθώς η παράσταση δεν ήταν απλή «ανάγνωσή» του Γκιάκ αλλά μία απόπειρα δημιουργικής ερμηνείας, αυτόνομης -χωρίς να είναι αυθαίρετη- αλλά ταυτόχρονα πιστής στο βαθύτερο περιεχόμενο αυτού που ήθελε να μεταδώσει γράφοντας το έργο.
Όταν ρωτήθηκε αν είναι απόλυτο ότι σε ακραίες συνθήκες πολέμου όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να διαταραχθούμε ψυχικά, απάντησε πως αυτό γίνεται σε γενικές γραμμές, αλλά ο βαθμός του εσωτερικού πλήγματος σχετίζεται κάθε φορά με το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Στην αρχαιότητα λ.χ ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο να πολεμήσεις, η ίδια η πόλη σου το απαιτούσε από εσένα και η οικογένειά σου σε παρότρυνε, ο πόλεμος ήταν μία καθημερινή πρακτική για κάθε ενήλικα άνδρα. Οι προπαππούδες μας επίσης που είχαν πολεμήσει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, είχαν κανονικοποιήσει σε ένα βαθμό μία τέτοια ακραία συνθήκη. Στις μέρες μας, είμαστε πιο ευάλωτοι ψυχικά αν εκτεθούμε σε ακραίες συνθήκες πολέμου, γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι και γιατί τα όπλα έχουν πολλαπλάσια δύναμη καταστροφής και πιο απρόσωπο χαρακτήρα.
Με αφορμή ερωτήματα κατά πόσο το Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε μπορεί να συνδεθεί με τις γυναικοκτονίες ή το Νόκερ με τον Βιγκανισμό, τόνισε ότι στην εποχή μας έρχονται και παρέρχονται ποικίλες μόδες, όμως ο ίδιος δεν έχει προσωπική ατζέντα όταν γράφει ένα έργο και αυτό μάλιστα το θεωρεί κακή λογοτεχνία. Το πώς θα προσλάβει κάθε φορά το κοινό ένα έργο και αν θα του προσδώσει μία ερμηνεία που ο ίδιος δεν είχε αρχικά συμπεριλάβει στις προθέσεις του, μπορεί να δένει με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και το κυρίαρχο αφήγημα της εποχής, αλλά είναι κάτι που δε σκέφτεται ποτέ όταν γράφει.
Τέλος, σε ερώτηση αναφορικά με το εισόδημα ενός συγγραφέα, η απάντησή του ήταν ότι η οικονομική αυτονομία ενός συγγραφέα στην Ελλάδα είναι δυστυχώς κάτι ανύπαρκτο, όποτε κάποιος που ασχολείται με το γράψιμο θα πρέπει να φροντίσει να συμπληρώνει το εισόδημά του και από άλλες πηγές.
Στο τέλος της συνάντησης, ο συγγραφέας είχε προσωπική επαφή με τους πιο «πιστούς» μαθητές υπογράφοντας πολλά βιβλία του και είχε τη χαρά να δεχθεί ως δώρο τις αφίσες που φιλοτέχνησαν για την εκδήλωση οι μαθήτριες Χαρά Αντωνάκη και Μαρίνα Γιαννοπούλου (Β1), εμπνευσμένες από το έργο του.
Τον ευχαριστούμε από καρδιάς για αυτή την τόσο όμορφη συνεύρεση και του ευχόμαστε να συνεχίσει το δημιουργικό του έργο!